Digital er-ιδ-a

Βρήκε στο δρόμο έναν από τους παλιούς συμμαθητές. Η αλήθεια είναι πως είχε αλλάξει, κάπως παράταιρα σε σχέση με την ηλικία του. Ναι μεν είχε την γυαλιστερή καράφλα που είχε και ο ίδιος, με τη διαφορά ότι στου φίλου του καθρεφτιζόντουσαν αυτάρεσκα περιστέρια ενώ στη δική του σύχναζαν μόνο ανήλικα κουνούπια με κλίση στο καλλιτεχνικό πατινάζ, αλλά τα μάτια έφεραν πάνω τους κάτι από υπερρεαλιστικό ρεαλισμό. Είχαν χάσει που λες εκείνο το γκριζογάλανο-καφετιμπλέ χρώμα που τα κορίτσια στο σχολείο το παρομοίαζαν με υβρίδιο αρκούδας και παιδικού βιβλίου κι είχαν γεμίσει με ατελείωτες σειρές από άναρχες εναλλαγές των αριθμών ένα και δύο.

Όταν ο Ακάκιος τον ρώτησε τι είχε συμβεί, ο πρώην συμμαθητής του φάνηκε να μην καταλαβαίνει τι εννοεί, σαν η κόρη και η ίριδα να μην πήραν ποτέ διαζύγιο από το σώμα του. Αντ’ αυτού, τέντωσε το χέρι του και του έδειξε την τελευταία αναβαθμισμένη , σούπερ εξτράβαγκαντ, οτκουτουρ συσκευή που ισορροπούσε μεταξύ αριστερής παλάμης και διαδικτυακής πραγματικότητας.

Με ένα απλό γλύψιμο της οθόνης ανοίχτηκαν μπροστά τους μία σειρά από τετραδιάστατες καρτέλες καθεμία από τις οποίες έπαιζε διαφορετικό ρόλο στην αποχαύνωση του κατόχου της. Κάποιες από αυτές επέβλεπαν επιθυμίες λαμβάνοντας υπόψιν την κοινωνική πραγματικότητα, το βάθος της τσέπης και το στάτους κβο των γνωστών και φίλων του, άλλες αναλάμβαναν την επιφανειακή ενημέρωσή του ενώ οι πιο χρωματιστές επικεντρωνόντουσαν στην επίταξη διαφορετικών περσόνων απαραίτητων για τις καθημερινές ιντερνετικές συναλλαγές.

Κάποια στιγμή κι ενώ ο πάλαι ποτέ φίλος του του εξηγούσε για το επιλεκτικό μοντάζ βιωματικών στιγμών, ένα ανθρωποειδές παρουσιάστηκε πάνω την οθόνη και του έστειλε μία φρέσκια είδηση που μύριζε βάλτο, ένα ουράνιο τόξο να χορεύει πάνω από μία ετοιμόρροπη σκεπή υπό τη συνοδεία ενός άσματος-παιδί θρέμμα υποκουλτούρας. Όταν ο φίλος του κατενθουσιασμένος άρχισε να χαϊδεύει και να επαινεί την τεχνολογία που του έλυσε τα χέρια, τα πόδια και το υπόλοιπο σώμα, ο Ακάκιος τον χαιρέτισε, πήγε στο διπλανό κτήριο, ανέβηκε στην ταράτσα και χόρεψε ένα τανγκό με το ουράνιο τόξο της είδησης που θα το ζήλευε κι ο Αλ Πατσίνο.

 

Ξυπνητήρι

χτύπησε το ξυπνητήρι.

Ο Ακάκιος πάτησε παύση στο όνειρό του μιας και δεν ήθελε να χάσει το σημείο στο οποίο μετατρεπόταν σε λευκό χνούδι, άπλωσε το χέρι του και ψηλαφιστά βρήκε το μαγικό κουμπί της αιώνιας αναβολής. Το ξυπνητήρι αντί να πνίξει εκείνο το ρυθμικό τιτιτι-τι, τιτιτι-τι, έπιασε το ποτήρι που έβοσκε γεμάτο με νερό δίπλα στο πορτατίφ και του το σέρβιρε στη μούρη συνοδευμένο με κάτι ανάρμοστα γαλλικά.

Πετάχτηκε πάνω, έκανε να ανάψει το φως μα λυπήθηκε τη γυναίκα του που κοιμόταν και παρήγαγε βαρύτονους βρυχηθμούς όμοιους με εκείνους των τηλεκατευθυνόμενων αυτοκινήτων όταν βρίσκουν σε κορμό δέντρου. Ο ήλιος βρισκόταν ακόμη σε φάση rem ενώ το φεγγάρι είχε παρατήσει την σκοπιά και σαλιάριζε με την Ανδρομέδα πίσω απ’ τον κομήτη Χάλλεϋ.

Βυθισμένος σε εκείνη την πνιχτή πίσσα και με σταγόνες να στάζουν από τη γαμψή του μύτη, σηκώθηκε και προσπάθησε να φτάσει στην πόρτα του δωματίου όσο πιο αθόρυβα γινόταν, μετουσιώνοντας το είναι του σ’ ένα ξερακιανό, ξεχαρβαλωμένο mute. Μόλις όμως έφτασε εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται ένα υπέργηρο πόμολο που θα του επέτρεπε την δίοδο στο δωμάτιο αδειάσματος ουροδόχου κύστεως, με τρόμο βαθύπλουτης που δεν της πέτυχε το μπότοξ διαπίστωσε ότι μπροστά του δεν υπήρχε τίποτα. Ένα αεράκι, πιθανότατα πουνέντες με διασταύρωση μαΐστρου, τον χάιδεψε κυματίζοντας το τελείωμα του νυχτικού του κι ανακάτεψε το δείγμα τριχωτού κεφαλής ενώ μια μυρωδιά φρεσκάδας σαν καζολίν που ξέχασε τα χημικά του στην άλλη τσάντα του γαργάλησε τις γκρίζες τρίχες που εξείχαν από τα ρουθούνια του.

Έτσι όπως έστεκε κοκαλωμένος πασχίζοντας εις μάτην να προσαρμόσει την όραση του σε συνθήκες παντελούς έλλειψης φωτονίων, μια πυγολαμπίδα σαν από μηχανής έντομο ήρθε και τον πλησίασε δείχνοντάς του που βρισκόταν: από το σπίτι του είχε απομείνει μόνο η κρεβατοκάμαρά του με εκείνους τους τέσσερις τοίχους που φιλοξενούσαν τα πιο σπάνια είδη μυκήτων να στέκει μόνη της σε μια μωβ άοσμη και άηχη πάχνη. Τα αστέρια με σβηστά τα φώτα τους χόρευαν τσάρλεστον με πεταλούδες και πεταλίδες, ενώ χιονονιφάδες έχτιζαν αχνιστά παγωμένα αγάλματα απαράμιλλης αισθητικής. Ο Ακάκιος εκστασιασμένος με το σαγόνι να σκουπίζει το νεφελώδες πάτωμα, πίεσε τον εαυτό του να πανικοβληθεί μπροστά στο ανήκουστο που τον περιέβαλλε αλλά αντ’ αυτού κατέληξε να κάτσει σταυροπόδι και να μασουλήσει λίγη από τη χρυσόσκονη που απελευθέρωναν τα οπίσθια της πυγολαμπίδας.

Εκεί που καθόταν όμως πιο χαλαρός κι από χταπόδι σε λήθαργο, μια γαϊδουροφωνάρα ήρθε να ταράξει το ζεν του:

-Βρε άχρηστε! Βρε τιποτένιε! Βρε που κακό χρόνο να ’χεις, τι έκανες στο σπίτι μας μωρή αποβολή αμοιβάδας;

Η γυναίκα του με τρεις φακούς στα χέρια και μπικουτί όλων των μεγεθών να κακοκρέμονται από το XXX-large κεφάλι της, είχε βγει στο κατώφλι της κρεβατοκάμαρας αφηνιασμένη εκκρίνοντας δηλητήριο από όλες τις σμηγματογόνες κύστες της.

Ανίκανος να απαντήσει ο Ακάκιος γούρλωσε τα μάτια του και ψέλισσε κάτι που αρχικά ξεκίνησε ως συγγνώμη μα κατέληξε να ακουστεί περισσότερο σα λυγμός πληγωμένης αντιλόπης.

-Σε βαρέθηκα ρε άβουλε ακαμάτη τ’ ακούς; Ως εδώ ήταν, ΩΣ ΕΔΩ,

ανταπάντησε εκείνη και μπήκε πάλι στο δωμάτιο, έσκυψε κάτω από το κρεβάτι και τράβηξε μία τριαξονική καραμπίνα έξω. Έπειτα γύρισε προς το μέρος του ξανά με την κάνη κατά πρόσωπο να του κλείνει το μάτι,ούρλιαξε ένα τελευταίο “ΩΣ ΕΔΩ” για να ενισχύσει την άποψή της μα λίγο πριν πατήσει τη σκανδάλη

χτύπησε το ξυπνητήρι.

Ο Ακάκιος στο σούπερ μάρκετ

Αποφάσισε να πάει σε ένα από εκείνα τα σούπερ μάρκετ στα οποία σου δίνουν χάρτες-ολογράμματα στην είσοδο για να μη χαθείς, καταλαγιάζοντας έτσι τις ορέξεις του για νέες εμπειρίες. Έγραψε τη λίστα για τα ψώνια στην παλάμη του, κάτω από τη γραμμή ζωής και ξεκίνησε.

Στο πάρκινγκ το οποίο είχε έκταση όση και η λίμνη Τανγκανίκα μαζί με τους παραποτάμους του Νείλου, οι φουσκωτοί σαν κρατήρες μαυροντυμένοι άντρες έλεγξαν το πιστοποιητικό γέννησης, τον ιατρικό του φάκελο και τους πόρους των αυτιών του και του φόρεσαν σφραγίδα εισόδου χρώματος φλούο στην αριστερή ίριδα. Ικανοποιημένος με την επικύρωση της κανονικότητας του, νόθευσε ένα καροτσάκι με πεντακοσάευρο κι έβγαλε την καταναλωτική μανία του βόλτα στους πολύβουους διαδρόμους.

Κάπου ανάμεσα στο ράφι των σαλτσών και τα μπαχαρικά Ινδοκίνας, ένιωσε κάποιον να τον κατασκοπεύει. Γύρισε το κεφάλι του και είδε έναν υπάλληλο με κολλημένα τα διαπιστευτήρια στο κούτελο να τον εξετάζει σαν πίνακα ανειδίκευτου ζωγράφου. Κατόπιν, σήκωσε το χέρι του, μίλησε στη χούφτα του χεριού του και ανοίγοντας το βήμα του βρέθηκε δίπλα του σπάζοντας το φράγμα του ήχου.

-Τι ρούχα είναι αυτά κύριε; , τον ρώτησε εξοργισμένος.

Ο Ακάκιος παρατήρησε τον εαυτό του από το πάτωμα έως τις άναρχες τρίχες που πλαισίωναν την αρχή φαλάκρας, ανασήκωσε τους ώμους κάνοντας δήλωση άγνοιας και χαμήλωσε το βλέμμα στο αριστερό νύχι του μεσαίου δαχτύλου του δεξιού του ποδιού.

-Λυπάμαι κύριε, αλλά όπως θα έχετε ήδη αντιληφθεί κάθε άλλο παρά πληροίτε το καλούπι εμφάνισης των πελατών μας. Δεν μπορώ να σας αφήσω ελεύθερο να προσβάλλετε την αισθητική των καταναλωτών.

Του φόρεσε μία κουκούλα εμπριμέ, τον έβαλε σε ένα κουτί και τον έσυρε ως κάποιο σημείο που μύριζε καπνιστό χοιρομέρι.

-Θα έπρεπε να σας αφανίσω, του ψιθύρισε, αυτό επιβάλλει το άγραφο πρωτόκολλο ενδυματικής απρέπειας, αλλά είμαι ένας φιλεύσπλαχνος άνθρωπος του θεού με πατρίδα και οικογένεια. Αποφάσισα λοιπόν να σας κρύψω στον πάγκο των αλλαντικών μέχρι την Πρωτοχρονιά που το κατάστημα κλείνει και τότε να μπορέσετε να χαθείτε από μπροστά μου.

Τον τράβηξε από τις μασχάλες και τον στρίμωξε ανάμεσα στα λουκάνικα Ουγγαρίας και τη μορταδέλα Τιμπουκτού. «Καλό καλοκαίρι», του ευχήθηκε πριν τον καπελώσει με μπριζόλες νωπές ποιότητας ΑΑΕΑ.

जो कुछ किया गया था , σκέφτηκε ο Ακάκιος και δάγκωσε το σαλάμι αέρος που του έσπασε τη μύτη.

Στο Μέγαρο Μουσικής

Φόρεσε το καλό του κουστούμι, εκείνο που για φόδρα έχει κομμάτια από παιδικές πιτζάμες, πήρε το καπέλο του και το εισιτήριο του κι έφυγε για την παράσταση. Όταν έφτασε, βρήκε μία λαοθάλασσα φωτολουσμένη με τραβηγμένα χαμόγελα και κοσμήματα που μιμούνταν τη λάμψη των δοντιών του κάστορα. Μπήκε στην ουρά μαζί με τους υπόλοιπους φιλόμουσους, πίσω από την κυρία με τον λαμέ κορσέ και τα μαλλιά νυχτερίδας. Όταν έφτασε η σειρά του, μια βιόλα γυαλισμένη τον οδήγησε στη θέση του.

Μετά από λίγα λεπτά η αυλαία άνοιξε. Στη σκηνή εμφανίστηκε ένας κομψός ταυρομάχος. Άφησε το κόκκινο πανί του στον ώμο της βιόλας κι έσυρε το αρμόνιό του στο κέντρο του πάλκου. Κάθισε στο λαχανί πουφ που βρισκόταν στην άκρη της σκηνής, έτριξε τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών, μετρώντας δυνατά μέχρι το είκοσι κι έπειτα τα ακούμπησε πάνω στα πλήκτρα. Με το που φανέρωσε τον πρώτο ήχο, λογιών μετατροπίες ξεχύθηκαν από το πάλκο οι οποίες σκαρφάλωσαν στα θεωρεία, στις καρέκλες, κρεμάστηκαν από τα φωτιστικά κι έκαναν κούνια στα κρεμαστά σκουλαρίκια των γυναικών.

Ο Ακάκιος έκθαμβος από την παιχνιδιάρικη αποδόμηση της μελωδίας, κράτησε την αναπνοή του να μη διακόψει την κίνηση των νότων για πολλή ώρα, μέχρι που άρχισε να δυσφορεί το σώμα του, ένιωσε το κεφάλι του να σφίγγεται και να κοκκινίζει, το αίμα έπαιζε γκρανκάσα στα μηνίγγια του κι ο φάρυγγας φούσκωσε σαν αντρικό μόριο που φλερτάρει. Έπρεπε γρήγορα να αποφασίσει αν έτσι θα πέθαινε, πνιγμένος σε μια λίμνη δέους ή αν πίστευε πως είχε κι άλλες αισθήσεις να ικανοποιήσει. Κάτω από το βάρος του διλήμματος, τα πνευμόνια του πήραν την πρωτοβουλία κι άρχισαν να βήχουν, στην αρχή πνιχτά, όπως αναλογούσε και στον περιβάλλοντα χώρο, μα ύστερα δυνατότερα κι ακόμα πιο δυνατά μέχρι που τα πάντα πάγωσαν κι ήταν ο μόνος που ακουγόταν στην πρωτεύουσα.

Όταν πια συνήλθε, εκατομμύρια μάτια είχαν συγκεντρωθεί γύρω από το στενόμακρο κρανίο του ζητώντας εξηγήσεις κι εκδίκηση. Η βιόλα τον πλησίασε με τα χέρια στη μέση, τον έπιασε από το αριστερό του αυτί και τον τράβηξε στην σκηνή με το ζόρι. Ο ταυρομάχος σηκώθηκε από το πουφ και τον πλησίασε βροντώντας στο δάπεδο τις καουμπόικες μπότες του.

-Γδύσου, του είπε.

-Μα κύριε, ξέρετε, εγώ δεν..

-ΓΔΥΣΟΥ, επανέλαβε εκείνος.

-Αφήστε με να σας εξηγήσω, ψέλλισε ο Ακάκιος, ήταν ένα ατύχημα, εγώ δεν σκόπευα..

-Έγδυσες τη μουσική μου, ντρόπιασες τις παρτιτούρες μου και πρέπει να το πληρώσεις.

Ο Ακάκιος μπροστά στο αναπόφευκτο της φυγής αφαίρεσε διστακτικά και τρέμοντας σαν εξάχρονο κορίτσι με σαράντα πυρετό τα ρούχα του, ενώ το κοινό γιουχάριζε αποδοκιμαστικά.

Όταν πια είχε μείνει ολόγυμνος, ανάμεσα στις σειρές τον καθισμάτων ένας μανάβης άρχισε να μοιράζει οπωροκηπευτικά που οι θεατές τα πετούσαν πάνω του σε έναν άτυπο διαγωνισμό σκοποβολής. Φράουλες, αβοκάντο και μπάμιες πιάστηκαν χέρι χέρι για τα καταλήξουν στο κοκαλιάρικο σώμα του κι από εκεί στο πάτωμα. Οι κόκκινε βελουτέ κουρτίνες μεταμορφώθηκαν σε σκηνές από τη φρουτοποιία ενώ το καρυδένιο πάτωμα πήρε όψη χωματερής χλωροφύλλης. Κάποτε τα πολεμοφόδια εξαντλήθηκαν και οι θεατές ξαλαφρωμένοι από το βάρος της ενόχλησης φόρεσαν τα παλτά τους και ηδονικά περιχαρείς έφυγαν προς την έξοδο. Τελευταίος αποχώρισε ο ταυρομάχος, αφού του εκπυρσοκρότησε μια νεροκολοκύθα στο στέρνο.

Μόλις έκλεισαν και τα φώτα, ο Ακάκιος ντύθηκε μάζεψε όσα φρούτα και λαχανικά είχαν μείνει άθικτα μες το καπέλο του και πήρε το δρόμο προς το σπίτι του, χαρούμενος που την επόμενη δε θα χρειαζόταν να πάει λαϊκή.

ὕδωρ

Ήμασταν έξω από τη θάλασσα, κάτω από τη σκιά ενός υβριδίου νεροκολοκύθας και τριανταφυλλιάς και σκεπάζαμε τα αγκάθια με κηρύθρα για να μη μας ενοχλούν. Τα μαλλιά της Κίρκης είχαν μετατραπεί σε φύκια κι εκείνη τα τράβαγε και τα έτρωγε με λεμόνι, ευχαριστημένη που τρεφόταν από το ίδιο της το σώμα.  Στην άκρη της ακρογιαλιάς τρία παιδιά χτίζανε ένα εργοστάσιο παραγωγής αχιβάδων με το κουφάρι του κάβουρα για πρώτες ύλες κι ένα χταπόδι για εργοδηγό. Μέσα στο νερό οι γιγάντιες πλαστικές σακούλες μετέφεραν τους ναυαγοσώστες από τη σημαδούρα και πίσω, στο ρυθμό μιας ράθυμης περιπολίας. Οι υπόλοιποι έλιωναν κάτω από τη θέρμη του κόκκινου γίγαντα θωπεύοντας τα επιφανειακά τους εγκαύματα, αναλώσιμοι στις ορέξεις της ραστώνης.

Αίφνης η κοπέλα με τα λέπια στα μάτια σηκώθηκε, απαλά όπως ταίριαζε στην ενδυμασία της και προχώρησε προς το νερό με βήμα αργόσυρτης λιτανείας. Οι επόπτες του νερού την κοίταξαν φευγαλέα αλλά δεν έδωσαν καμία σημασία και συνέχισαν να γλύφουν τα παγωτά συναγρίδας. Το κορίτσι συνέχισε να προχωρά και να βουλιάζει τα ανθρώπινα μέλη της σταδιακά κάτω από τον αφρό, μέχρι που έμεινε ένα τσουλούφι μόνο του να χορεύει στον ορίζοντα.

Κανένας δε σηκώθηκε να της μάθει να επιπλέει και μείναμε να παρακολουθούμε από απόσταση ασφαλείας τρεις απανωτούς πνιγμούς. Φεύγοντας, όταν πια είχε ανατείλει το φεγγάρι, αφήσαμε τρία σωσίβια και μία μπουκάλα οξυγόνου εκεί που έσβηνε το κύμα.

Τα ανάλεκτα της Χιονάτης

Αν ήξερε η Χιονάτη ότι η παραμυθοχώρα θα ήταν τόσο βαρετή, θα είχε σαλπάρει για Χαβάη. Το μωρό αρνούνταν πεισματικά να ρουφήξει το γάλα από το αριστερό βυζί που τελευταία έμοιαζε περισσότερο με κοιλιά διεφθαρμένου πολιτικού, ενώ η κατσαρόλα σφύριζε σαν να τη ζώσαν οπαδοί του ΠΑΟΚ μετά από γκολ. Ο πρίγκιπας ζούσε το δικό του όνειρο που άκουγε στο όνομα «τσίπουρο τυρνάβου» κι επένδυε τις βασιλικές απολαβές του στο χώρο της πρέφας ενώ αυτή εντρυφούσε στη ζωή της γλυκιάς μανούλας που-το-σπίτι-της-και-το-παιδί-της-και-η-ίδια πάντα λάμπουν. Παράτησε το μωρό που έσκουζε από το πρωί κι έτρεξε να χαμηλώσει τη χύτρα. Άνοιξε τον απορροφητήρα περισσότερο για να μην ακούει το σκασμένο κι έβγαλε ένα κάμελ από τη ζώνη της. «Είκοσι χρονών κι έχω γίνει χειρότερη από τη μάνα μου. Πότε θα γυρίσω τον κόσμο; Πότε θα βγάλω σέλφι αραχτή στην παραλία; Πότε θα γνωρίζω άλλους άντρες που πήγα και παντρεύτηκα το πρώτο ΖΩΟ που με φίλησε;» . Πλησίασε τη χύτρα και σήκωσε τη βαλβίδα να απελευθερώσει λίγο από το δικό της θυμό. Κοίταξε της αντανάκλασή της στο αχνιστό σώμα του σκεύους. Μία άσπρη τρίχα είχε βγει στην κορυφή του κεφαλιού ενώ κάτω από τα μάτια είχε κύκλους πιο μαύρους κι από διακοπή ρεύματος.

Έσβησε το τσιγάρο στο νεροχύτη με νερό, έκλεισε τη χύτρα και τον απορροφητήρα, έβαλε το μωρό στο πορτ μπεμπε, έσκισε μία σελίδα από διαφημιστικό μαγκαζίνο του ΙΚΕΑ κι έγραψε βιαστικά:

«Σταχτοπούτα μου, εσύ πάντα τα κατάφερνες καλύτερα από εμένα σε αυτά. σου χαρίζω τον άντρα μου – μην κάνεις τη δύσκολη, ξέρω ότι τον βλέφαρίζεις καιρό- και το μωρό μου, που ΤΟΣΟ αξιολάτρευτο πια το βρίσκεις. Πάω να συνεχίσω το παραμύθι μου».

Βόλοι.

Το κουδούνι χτύπησε με όλη του τη δύναμη, μα κανείς δεν τόλμησε να φύγει. Ο διευθυντής έσκυψε στην έδρα, ψιθύρισε κάτι στο αυτί της δασκάλας κι αυτή ξεφυσώντας βγήκε έξω από την τάξη. Ύστερα γύρισε προς το μέρος μας, σοβαρός όπως όταν μας επιτηρεί στα διαγωνίσματα μαθηματικών και μας ανακοίνωσε «Όπως σας είπε και η κυρία Μαίρη, ένα παιδί από την τάξη σας βρέθηκε χτυπημένο στο κεφάλι πίσω από το χώρο του σχολείου. Το ασθενοφόρο τον παρέλαβε πριν λίγο κι ακόμη δεν γνωρίζομεν την κατάστασην του. Το ξέρετε όλοι ότι απαγορεύεται ρητά να πηγαίνετε στο λόφο πίσω από το οίκημα με τις αίθουσες διότι είναι τρομερά επικίνδυνον», άφησε τη βέργα που χρησιμοποιεί όταν κάνουμε σκανταλιές στο γραφείο και συνέχισε «Παρόλα αυτά, είμαι διατεθειμένος να μην τιμωρήσω αυτούς που απλώς βρισκόντουσαν εκεί, με την προϋπόθεση ότι θα με βοηθήσουν να πιάσω το δράστη. Αν όμως  δεν το κάνετε, θα σας τιμωρήσω όλους πάραυτα».

Στο άκουσμα της τελευταίας πρότασης, κοίταξα το διπλανό μου, τον Πίπη ο οποίος είχε χαμηλώσει το κεφάλι του και προσπαθούσε να κρύψει το φόβο του. Θύμωσα πάρα πολύ μαζί του, έπρεπε να μ’ ευχαριστεί κι όχι να φοβάται, όλο το σχολείο έπρεπε να μου λέει μπράβο και να με χειροκροτεί. Ο Τσίου ήταν το χειρότερο παιδί σε όλο το δημοτικό. Ως μεγαλύτερος – γιατί κανονικά θα έπρεπε να πηγαίνει πέμπτη κι είχε μείνει δυο φορές στην ίδια τάξη – και μεγαλόσωμος που ήταν, έκανε ότι ήθελε. Έπαιρνε το κολατσιό που μας ετοίμαζαν οι μαμάδες για το σχολείο, μάζευε ελιές από την ελιά του σχολείου και μας τις έριχνε με τη σφεντόνα του, μουντζούρωνε τα καθαρογραμμένα μας τετράδια και τρώγαμε βιτσιές από το διευθυντή κι αν τολμούσαμε να πούμε κάτι, μας έστηνε στον τοίχο και με την τεράστια παλάμη του στο λαιμό, απειλούσε μέσα από τα δόντια του ότι θα μας κάνει μεγάλο κακό. Τα δεχόμασταν όλα χωρίς να ομολογήσουμε, αλλά τα πάντα έχουν και κάποιο όριο. Το δικό μου ήταν οι βόλοι.

Μου έλαχε η μοίρα να είμαι ο μικρότερος μιας εξαμελούς φτωχής οικογένειας. Η μεγαλύτερη αδερφή μου η Ευτέρπη, είχε στο αίμα της «δαιμόνια» που κάθε τόσο την έστελναν στο κέντρο υγείας του κεφαλοχωριού και την κρατούσαν εκεί μήνες ολόκληρους. Όταν ο καλός θεούλης τα νικούσε κι ερχόταν σπίτι, ήμουν το πιο ευτυχισμένο παιδί στον κόσμο! Καθόμασταν στο γιούκο μετά το σχολείο και μου διηγούνταν σωρό ιστορίες, όλες με χαρούμενο τέλος. Δυστυχώς αυτές οι μέρες ήταν σπάνιες, μια και όλο και πιο συχνά απουσίαζε από κοντά μου. Με την αμέσως μικρότερη αδερφή τη Βασίλω δεν είχα πολλά πολλά. Την έδωσαν οι γονείς μου μικρή σ’ έναν βυρσοδέψη και την πάντρεψαν σε μικρή ηλικία. Την τελευταία φορά που την είδα, μου φάνηκε γιαγιά. Τρίτος στη σειρά ερχόταν ο αδερφός μου ο Γιάννης. Δεδομένης της κατάστασης της μεγάλης μου αδερφής είχε σταματήσει το σχολείο από πολύ μικρός και δε σταμάτησε να δουλεύει από τότε. Το πρωί μοίραζε εφημερίδες ξυπόλητος κι όταν τελείωνε, αντάμωνε με τους γονείς μου στα καπνοχώραφα. Εμένα, το στερνοπούλ’ , με ανάθρεψε η γιαγιά.

Ήμασταν άποροι και στερούμασταν βασικά πράγματα όπως φαγητό, ρούχα και παπούτσια. Ό,τι παιχνίδια είχα μου τα έφτιαχνε η γιαγιά, ένα αυτοκινητάκι από ξύλο, ανθρωπάκια με βέργες και γέμισμα από ρετάλια, σαμπρέλες για την παραλία. Τα καλοκαίρια δε το παιχνίδι μου ήταν το μάζεμα τζιτζικιών, καβαλούσα τα δέντρα και τα μάζευα σε ένα παλιό κουτί, ύστερα διάλεγα το μεγαλύτερο, το έδενα με μια κλωστή και το άφηνα να πετάξει ενώ το κρατούσα δέσμιο μου. Έτσι μου έβγαλαν και το παρατσούκλι μου «ο Τζιτζίκης».Ο φίλος μου ο Πίπης από την άλλη, ήταν πιο άνετος, είχε παπούτσια γυαλισμένα, σχολική τσάντα από τις κανονικές του εργοστασίου μέχρι και τηλεόραση στο σπίτι. Κάναμε αρκετή παρέα κι όταν τον βοηθούσα στα μαθήματα με άφηνε να παίζω για πέντε λεπτά με τα παιχνίδια του, μια φορά μάλιστα μου είχε δανείσει τη σάκα του για δύο ολόκληρες ώρες!

Εκείνη τη μέρα μας ανακοίνωσε ο διευθυντής ότι ο Γυμναστής είχε αρρωστήσει ξαφνικά και δε θα είχαμε μάθημα. Όλη η τρίτη δημοτικού ξαμολήθηκε ουρλιάζοντας από χαρά στο χωματένιο προαύλιο για κυνηγητό και αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα , αγέλαστα. Εγώ κι ο φίλος μου πιάσαμε θέση στο παγκάκι να χαζέψουμε το νεοαποκτηθέν θησαυρό του Πίπη: ένα διχτάκι πράσινο με εικοσιπέντε πολύχρωμους, γυαλιστερούς βόλους!  Τους είχε φέρει η νόνα του από την πρωτεύουσα χτες το βράδυ ως δώρο γεννεθλίων κι από εκείνη τη στιγμή τους κουβαλούσε παντού από φόβο μην τους χάσει. Τον προέτρεψα να κόψουμε το δίχτυ, να τους κρατήσουμε στα χέρια μας, τον παρακάλεσα αλλά αυτός δεν ήθελε μπροστά σε όλους. Τότε μου ήρθε μια φοβερή ιδέα, θα πηγαίναμε στο λοφάκι πίσω απ’το σχολείο, εκεί που δεν πήγαινε κανείς, θα τους ανοίγαμε και θα παίζαμε με την ησυχία μας. Στην αρχή ο Πίπης ήταν διστακτικός αλλά υπέκυψε στην επιθυμία του να χαρεί κι αυτός το δώρο του.

Ενώ οι υπόλοιποι μαθητές απολάμβαναν το μισάωρο ελεύθερης δραστηριότητας κι ο διευθυντής την εφημερίδα του, προσεκτικά μη μας δει κανείς γλιστρήσαμε πίσω από τους ασβεστωμένους τοίχους και καθίσαμε στη μικρή γούρνα που σχηματιζόταν από το σχολείο και το λόφο. Αφού σιγουρευτήκαμε ότι ήμασταν μόνοι, βαλθήκαμε να προσπαθούμε να κόψουμε το διχτάκι. Προσπαθήσαμε με τα χέρια, με κλαδάκια που βρήκαμε εκεί γύρω αλλά μάταια κι έτσι εγώ, ανυπόμονος καθώς ήμουν, άρπαξα το τρυπητό σακούλι και το έκοψα με τα δόντια μου. Οι βόλοι ξεχύθηκαν παντού, λαμπεροί και γυαλιστεροί, αντανακλώντας το φως που περνούσε μέσα από τα πυκνά δέντρα που αγκάλιαζαν την πίσω πλευρά του δημοτικού, αναπήδησαν στο χώμα και κύλησαν. Ο Πίπης πανικόβλητος άρχισε να τρέχει πίσω τους να τους μαζέψει και τους πρόλαβε όλους, εκτός από δύο που τσούλησαν μέχρι το άνοιγμα της αποχέτευσης.

-Εσύ φταις, μου είπε και οι ηλίθιες ιδέες σου. Έχασα δύο από τους καινούργιους μου βόλους και σαν να μην έφτανε αυτό, όλοι οι υπόλοιποι είναι καταλερωμένοι.

-Συγγνώμη ρε Πίπη, του απάντησα, έχεις δίκιο, αλλά μην κάνεις έτσι, έχεις άλλους τόσους πολλούς. Σου υπόσχομαι ότι όταν θα βρω λεφτά, θα πάω να σου πάρω άλλους.

-Δε με νοιάζει τι θα κάνεις, να μπεις μέσα να τους πιάσεις,φώναξε ο Πίπης ξέροντας πως δε θα έβρισκα ποτέ τα χρήματα να του αναπληρώσω.

-Βρε Πίπη, είναι πολύ βαθιά, φοβάμαι, δεν μπορώ να μπω εκεί μέσα.

-Σε ικετεύω, κλαψούρισε εκείνος, πιάσε μου τους βόλους μου και σου υπόσχομαι θα σου χαρίσω τον έναν απ’ τους δύο, να φιλάω και σταυρό.

Θα μου χαρίσει ένα, σκέφτηκα, θα είναι δικός μου για πάντα!. Πλησίασα αμίλητος το μαύρο άνοιγμα, λύγισα τα γόνατά μου και κατρακύλησα μέχρι που το βάρος μου με παρέσυρε στον πάτο. Μέσα στο σκοτάδι, ψαχούλεψα την στενή, τετράγωνη επιφάνεια να τους βρω, κάτι που δεν ήταν δύσκολο, μιας και η λεία υφή τους ξεχώριζε μέσα στον πολτό χώματος και σαπισμένων φύλλων. Χαμογελώντας, τους βόλεψα και τους δύο στην τσέπη μου κι έψαξα να βρω τρόπο να ανέβω πάλι στην επιφάνεια. Γαντζώθηκα από κάτι κοτρόνες που προεξείχαν κι όταν ανέβασα λίγο το κορμί μου, φώναξα στον Πίπη που καθόταν και με παρατηρούσε από το άνοιγμα να με βοηθήσει. Αυτός άπλωσε το ένα χέρι του για βοήθεια ενώ με το άλλο κρατούσε κόντρα από το κλαδί ενός δέντρου, και με όλη τη δύναμη που είχε, με έφερε και πάλι στο φως της μέρας. Έβγαλα τους βόλους από την τσέπη μου, του καθάρισα με τη λιγότερο βρώμικη άκρη της μπλούζας και τους έδειξα στο φίλο μου:

-Λοιπόν, ποιον θα μου χαρίσεις;

Πριν προλάβει όμως ν’ απαντήσει, κάποιος ακούστηκε πίσω μας,

-Τι κάνετε εκεί μυξιάρικα ζωντόβολα;

Γυρίσαμε και είδαμε τον Τσίου να έρχεται κατά πάνω μας, κι αμέσως έκρυψα τα χέρια μου πίσω από την πλάτη.

-Γιατί δε μιλάτε κοντοπίθουρες; Σας έφαγε η γάτα τη γλώσσα; Τη δουλειά έχετε εσείς εδώ ακόμα δε βγήκατε από την κοιλιά της μάνας σας; ρωτούσε απανωτά αλλά εμείς που θάρρος γι’ απάντηση, μέχρι που προχωρώντας έφτασε μπροστά μας.

Χαμήλωσε το κεφάλι του στο ύψος του δικού μου και γελώντας ειρωνικά με ρώτησε,

-Τι κρύβεις πίσω από την πλάτη σου μπάσταρδε;

-Τίποτα κύριε Τσίου, του αποκρίθηκα.

-Λέγε τι κρύβεις ρε, μου είπε και με άρπαξε απ’ το λαιμό ενώ ο Πίπης τραβήχτηκε παράμερα μπήγοντας τα κλάματα. Μη μπορώντας να πάρω ανάσα, έφερα το χέρι μου μπροστά και του έδειξα τους βόλους.

-Ω! Τι έχουμε εδώ; Τα ζωντόβολα κρύβουν θησαυρό! Δικοί μου οι βόλοι!, είπε και τους πήρε από τη χούφτα μου καγχάζοντας.

Εκείνη τη στιγμή ένοιωσα το αίμα μου να βράζει, τη φλέβα μου στο μέτωπο να φουσκώνει από οργή και μην ελέγχοντας τον εαυτό μου, έπεσα με όλη μου τη δύναμη πάνω του ουρλιάζοντας «δε θα μου τους πάρεις».

Ο Τσίου που δεν περίμενε τέτοια αντίδραση, έχασε την ισορροπία του, έπεσε προς τα πίσω και μη μπορώντας να κρατηθεί από κάπου, χτύπησε με δύναμη το κεφάλι του σε μία πέτρα. Ο Πίπης είχε μείνει στήλη άλατος ενώ εγώ έτρεξα να μαζέψω τους βόλους που είχαν ήδη αρχίσει να κυλούν.

-Τζιτζίκη, τι έκανες; Ο Τσίου δεν κουνιέται, κοίτα τον!

Έβαλα τους βόλους στην τσέπη και στάθηκα πάνω από το σωριασμένο σώμα του. Τον κλώτσησα λίγο φωνάζοντας του να σηκωθεί να εκείνος δεν αντιδρούσε. Του ζήτησα συγγνώμη και τον παρακάλεσα να σταματήσει την πλάκα μα χωρίς αποτέλεσμα.

Από το προαύλιο ακούστηκε το αυτοσχέδιο κουδούνι του σχολείου, έπρεπε να μπούμε στην τάξη για την ώρα της ιστορίας. Ο Πίπης καθόταν ασάλευτος κοιτάζοντας τον Τσίου και δεν έβγαζε μιλιά.

-Προχώρα, του είπα, πρέπει να μπούμε στην τάξη.

-Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε έτσι, μου απάντησε δειλά εκείνος.

-Θα βρούμε τον μπελά μας και χωρίς να φταίμε. Καλά να πάθει, πήγαινε γυρεύοντας. Προχώρα τώρα και τσιμουδιά.

Βγήκαμε προσεχτικά χωρίς να μας δει κανείς, ανακατευτήκαμε με το υπόλοιπο τσούρμο και μπήκαμε στην τάξη. Μετά από λίγο ήρθε και η κυρία Μαίρη, μας είπε να κλείσουμε τα βιβλία κι έβαλε το Νικόλα να πει το μάθημα.

Κάποτε ο Αµφιτρύωνας και η γυναίκα του, η Αλκµήνη, κόρη του βασιλιά των Μυκηνών, αναγκάστηκαν να φύγουν από την πατρίδα τους και να ζητήσουν καταφύγιο στη Θήβα. Εκεί η Αλκµήνη γέννησε δυο παιδιά. Τον Ηρακλή, που ήταν γιος του Δία, και τον Ιφικλή.

-Που είναι ο Καλογερόπουλος; τον διέκοψε η δασκάλα και όλη η τάξη γύρισε προς το άδειο θρανίο του Τσίου. Γιατί δεν είναι εδώ; Την προηγούμενη ώρα ήταν στην τάξη, πού πήγε τώρα;

Άχνα εμείς.

-Δεν μπορεί, κάποιος θα τον είδε στο κενό που είχατε.

-Κυρία, σήκωσε το χέρι ο Πετρής, τον είδα εγώ στις τουαλέτες κυρία, αλλά μετά δεν τον ξανάδα.

-Εγώ τον είδα στην ελιά, πετάχτηκε η Ματίνα, καθόταν και μάζευε πολεμοφόδια.

-Ναι, ναι στην ελιά ήταν, παραδέχτηκαν κι οι υπόλοιποι μαθητές.

-Και τώρα που πήγε; Δεν πιστεύω να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε;

Κοιταχτήκαν οι μαθητές μεταξύ τους ανασηκώνοντας τους ώμους από άγνοια.

-Λοιπόν, πάω να μιλήσω με το διευθυντή, μήπως γνωρίζει κάτι, μην ακούσω κιχ, είπε βάζοντας το δείκτη μπροστά στα χείλη της.

Ένα μουρμουρητό απλώθηκε στην τάξη και οι μαθητές μιλούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους και προσπαθούσαν να λύσουν το μυστήριο. Κοίταξα τον Πίπη δίπλα μου, είχε χώσει τα χέρια του ανάμεσα στα πόδια και κοιτούσε τα παπούτσια του.

-Δεν κάναμε τίποτα κακό, του είπα αγκαλιάζοντας τον με το αριστερό μου χέρι, απλά πήραμε πίσω αυτό που ήταν δικό μας.

Εκείνος με κοίταξε, έτοιμος να βάλει τα κλάματα αλλά δεν απάντησε.

Μετά από λίγη ώρα γύρισε η δασκάλα, φανερά ανήσυχη κι εκνευρισμένη και μας ανακοίνωσε ότι είχαν βρει μισολιπόθυμο τον Τσίου πίσω απ’ το σχολείο, είχε χτυπήσει το κεφάλι του άσχημα κι είχαν καλέσει το ασθενοφόρο να τον μεταφέρουν στο πλησιέστερο νοσοκομείο.  Ακούσαμε τη σειρήνα από μακρυά που πλησίαζε και κάποια από τα παιδιά έκαναν το σταυρό τους θλιμμένα σαν να είχαν μείνει ορφανά. Ο θυμός μου φούντωνε που προσευχόντουσαν για κάποιον που δεν άξιζε ούτε το φτύσιμο τους, που τόσο καιρό τώρα τους έκανε τη ζωή μαρτύριο. Ήθελα να σηκωθώ όρθιος να τους πω πόσο χαζοί είναι, που αντί να πανηγυρίζουν γι’ αυτόν τον τρισκατάρατο, λέγαν από μέσα τους το Πάτερ Ημών.

Έπειτα μπήκε στην τάξη ο διευθυντής,είπε με τρόπο στην κυρία Μαίρη να βγει έξω και τώρα τον άκουγα να παρακινεί τους συμμαθητές μου να φανερώσουν τον φταίχτη. Πήγαινε από θρανίο σε θρανίο, ερευνώντας αντιδράσεις ενώ ανέλυε την κρισιμότητα της κατάστασης. Κοιτούσε όλα τα παιδιά στα μάτια προσπαθώντας να συλλάβει κάποια ένοχη συνείδηση, μέχρι που έφτασε σε εμάς. Ο Πίπης άρχισε να τρέμει και μην μπορώντας να κρατηθεί ξέσπασε σε λυγμούς,

-Ο Τζιτζίκης το έκανε, ήμουν μπροστά, σας παρακαλώ, εγώ δεν έφταιγα, μη με τιμωρήσετε!

-Ποιός είναι ο Τζιτζίκης; φώναξε ο διευθυντής

-Αυτός! κλαψούρισε ο Πίπης δείχνοντάς με.

-Καλά του έκανα, έτσι έπρεπε. Αλλά είστε χέστηδες όλοι και δεν το παραδέχεστε, φώναξα εγώ μα πριν προλάβω να τελειώσω τη φράση μου, ο διευθυντής με άρπαξε από το αυτί και μου έριξε ένα χαστούκι που μούδιασε όλο μου το πρόσωπό. Σέρνοντάς με από το γιακά, με έβγαλε από την τάξη, έκανε νόημα στην τρομοκρατημένη δασκάλα να μπει μέσα κι αφού με πήγε στο γραφείο και μαλάκωσε το ύφος του, άρχισε τις ερωτήσεις,

-Γιατί το έκανες βρε παιδί μου; Εσύ δεν έχεις δημιουργήσει ποτέ προβλήματα, τι διάολο σε έπιασε; Ξέρεις σε τι μπλεξίματα μας έβαλες;

-Μου πήρε τους βόλους μου κύριε διευθυντά, έκανα κόπο να τους κερδίσω, που θα τους ματάβρισκα;

-Κι είναι λόγος αυτός να τον σκοτώσεις;

-Δεν το έκανα επίτηδες, του είπα κι άρχισα να κλαίω όπως δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου, τον έσπρωξα για να μου τους δώσει. όλο μας κλέβει, μας φοβερίζει και κανείς δεν του λέει τίποτα, αλλά όχι τους βόλους μου, δε θα τον άφηνα να μου τους πάρει..

-Κάνε την προσευχή σου καημένε να μην πάθει τίποτα γιατί μαύρο φίδι που σ’ έφαγε. Άπλωσε τώρα τα χέρια σου,η τιμωρία σου είναι είκοσι βιτσιές στην παλάμη, είπε και πήρε στα χέρια του τη βέργα απονομής δικαιοσύνης.

Αφού έβγαλε όλο το θυμό του στα παιδικά μου χέρια, πήρε τηλέφωνο τον περιπτερά δίπλα απ ‘το σπίτι μας να πει στη γιαγιά να’ ρθει να με πάρει ενώ στο μεσοδιάστημα με έβαλε να σταθώ όρθιος κι αμίλητος στη γωνία του γραφείου «δια να αναλογιστώ τις ευθύνες μου». Όταν ήρθε η ώρα για το σχόλασμα, χτύπησε το κουδούνι και μπουλούκια μαθητών βγήκαν από τις τάξεις διαδίδοντας ο ένας στον άλλο τα καθέκαστα. Αφού έφυγαν όλοι, ήρθε η γιαγιά μου πιο ζαρωμένη από ποτέ να μάθει τι έγινε και να με παραλάβει. Ο διευθυντής την πήρε παράμερα και της εξήγησε ότι θα έπρεπε να πάρω πέντε μέρες αποβολή κι ύστερα θα έβλεπε τι θα γινόταν με την περίπτωσή μου. Αυτή τυλίγοντας πάλι το μαύρο τσεμπέρι γύρω από τα μαύρα μαλλιά της, με πήρε από το χέρι και φύγαμε.

Στο δρόμο μου της έκανα τα παράπονα μου, για τη ζωή μου, για τα ρούχα και για τα παιχνίδια, της είπα ότι ζηλεύω τον Πίπη κι ότι θα ήθελα να έχω κι εγώ νόνα να μου φέρνει βόλους. Εκείνη με πήρε αγκαλιά και μου είπε «η ζωή είναι άδικη καμάρι μ’ αλλά κι όμορφη συνάμα. Τα Τζιτζίκια σου ξέρεις τι κάνουν όταν τα δένεις απ ‘την κλωστή; Συνεχίζουν να πετούν και να τραγουδάνε». Όταν φτάσαμε σπίτι με άφησε μόνο στο δωμάτιο να σκεφτώ. Σηκώθηκα απ’ το ντιβάνι το απόγευμα, τράβηξα για την πλατεία κι όταν έφτασα πλησίασα το σπίτι με τις καμέλιες κι άφησα στο πορτόνι ένα πρόχειρο δεματάκι κι ένα σημείωμα που έλεγε «συγγνώμη που σ’ έμπλεξα Πίπη, αυτοί οι βόλοι είναι δικοί σου». Έπειτα επέστρεψα περιμένοντας να λάβω και την τιμωρία των γονιών μου.

Έμεινα εκτός σχολείου μια εβδομάδα η οποία πέρασε με αγαθοεργίες. Βοήθησα τη γιαγιά στις δουλειές, στον κήπο, στις κότες, στο συμμάζεμα και στο μαγείρεμα. Επισκέφτηκα τη μεγάλη αδερφή μου στο νοσοκομείο που ήταν και της διάβασα μια ιστορία με καλό τέλος που είχα γράψει ολομόναχος για εκείνη. Την τελευταία μέρα μου όμως την αφιέρωσα στον Τσίου. Γνωρίζοντας ότι είχε βγει από το νοσοκομείο με μια ελαφριά διάσειση, μάζεψα όλο μου το θάρρος και ζήτησα από τη γιαγιά να με πάει να τον δω.Ήταν έξω από το καλύβι του, μόνος του, κάτω από την τσίγκινη σκεπή κι έξυνε με το σουγιά του ένα κομμάτι ξύλο. Του ζήτησα να με συγχωρήσει κι αυτός αδιάφορα μου είπε ότι δε συγχωρεί δειλούς κι ότι ήμουν τυχερός γιατί, σαν μεγάλος άντρας που ήταν, είχε αποφασίσει να παρατήσει αυτή τη βλακεία που λεγόταν σχολείο και να πάει για δουλειά στα χωράφια, αλλιώς, αν γύριζε σχολείο θα με σκότωνε. Αφού έβγαλε από μέσα του ότι μάζευε να μου πει, με διαολόστειλε.

Ήσυχος με τη συνείδηση μου, γύρισα σπίτι με τη γιαγιά κι όταν έφτασα, ανέβηκα στη συκιά έξω απ’ το σπίτι να μαζέψω τζιτζίκια.